Σάββατο, 27 Μαρτίου 2010

Εσωτερικός διάλογος



Η ζωή είναι ωραία…μα τόσο λίγη.
Γι αυτό σου λέω να προσπαθείς, να μην συμβιβάζεσαι με τίποτα λιγότερο από αυτό που ονειρεύτηκες. « Δεν ονειρεύομαι» λες. Είναι εύκολο να ζεις αυτά που έχεις πέρα από αυτά που δεν έχεις και πέρα από αυτά που θα ήθελες να έχεις. «Αυτά που έχω είναι επιλογές μου;» αναρωτιέσαι. Κοίτα δεν θέλω να σε παραμυθιάζω… Το πώς επιλέγεις να ζεις μοιάζει με τον τρόπο που απαντάς σε ένα παιχνίδι γνώσεων που σου δίνονται τρεις απαντήσεις και διαλέγεις την λιγότερο «κουλή», γιατί δεν ξέρεις την σωστή. Δύσκολα θα θελήσεις να κερδίσεις το λαχείο γιατί ξέρεις πως έχεις μηδαμινές πιθανότητες. Έχεις φτάσει όμως να συγκρίνεις την ευτυχία σου με ένα λαχείο γιατί νομίζεις πως είναι εξίσου δύσκολο να φτάσεις σε αυτήν όσο και να ορίσεις την τύχη σου.
« Θέλω να είμαι ευτυχισμένος, όμως δεν μπορώ να το πετύχω με μιας, πρέπει να φτάσω εκεί βήμα βήμα» . Έχεις μάθει να σκέφτεσαι τεχνοκρατικά…ακόμα και σε πράγματα που δεν μπορούν να περιγραφούν και να οριστούν με αυτό τον τρόπο. Βήμα βήμα μπορείς να φτάσεις κάπου πράγματι…όμως βασική προϋπόθεση είναι να ξέρεις που θέλεις να φτάσεις.

Τετάρτη, 24 Μαρτίου 2010

Δεν είναι αργά...

Μας περιμένουν οι ομορφιές του κόσμου τούτου
σαν τις πληγές που ξανανοίγουν κρυφά κάτω από ρούχα καινούργια.
Εσύ οδηγάς, εγώ ταξιδεύω...ξερω τι κάνω, ποιον κοροιδεύω.
Σαν να ανοίγω φτερά, κατω από ρούχα βαριά

Πηγαίνω με χίλια, χιλιόμετρα ή μίλια.
Δεν βλέπω καλά πόσοι τρόποι υπάρχουν για να δεις την πραγματικότητα,
πόσοι άνθρωποι μπορούν να χωρέσουν σε μία.

Δεν θέλω να ξέρω τι θα 'ρθει μετά.

Έχω μισό, θέλω διπλά
μα είναι αργά...είναι αργά
Έχεις δροσιά και έχω φωτιά
δεν ειναι αργά...δεν ειναι αργά.

Που να πηγαίνουν; Όλοι το ίδιο...
Άλλοι πεθαίνουν, άλλοι ζούνε και λίγο...

Για να ανοίξεις φτερά δεν είναι αργά.

Δευτέρα, 8 Μαρτίου 2010

Το Βλέμμα Του Έρωτα

«Εμένα μου φαίνεται ότι οι γονείς μου γέρασαν και τα χουν χάσει»
« Κι εμένα μου φαίνεται ότι εσύ τους κοιτάζεις με διαφορετικά μάτια.»
«Μα τι σημασία έχει αυτό; Αυτό που είναι, είναι, όπως λες και εσύ.»
« Άκουσε μια ιστορία.»

Ο βασιλιάς ήταν ερωτευμένος με τη Σαμπρίνα, μια γυναίκα ταπεινής καταγωγής που την έκανε τελευταία του γυναίκα. Ένα απόγευμα, ενώ ο βασιλιάς έλειπε στο κυνήγι, ήρθε ένας αγγελιοφόρος να ειδοποιήσει ότι η μητέρα της Σαμπρίνας ήταν άρρωστη. Ο βασιλιάς της είχε απαγορεύσει να χρησιμοποιεί την προσωπική του άμαξα, κι αν παραβίαζε την εντολή του θα το πλήρωνε με το κεφάλι της. Ωστόσο η Σαμπρίνα μπήκε στην άμαξα και έτρεξε στο πλευρό της μητέρας της.

Όταν γύρισε ο βασιλιάς έμαθε τα καθέκαστα. «Μα δεν είναι θαυμάσιο;» είπε «Αυτό είναι αληθινή αγάπη της κόρης προς την μητέρα. Δεν την ένοιαξε να διακινδυνεύσει το κεφάλι της για να φροντίσει την μητέρα της. Είναι υπέροχη!»
Την άλλη μέρα, ενώ η Σαμπρίνα καθόταν στον κήπο του παλατιού και έτρωγε φρούτα, ήρθε ο βασιλιάς. Τον χαιρέτησε και μετά δάγκωσε το τελευταίο ροδάκινο που είχε το καλάθι.
«Φαίνονται γλυκά!» είπε ο βασιλιάς «Πράγματι» είπε η βασίλισσα. Και απλώνοντας το χέρι της έδωσε στον αγαπημένο της το τελευταίο ροδάκινο.
«Πόσο με αγαπάει, σχολίασε μετά ο βασιλιάς. «Στερήθηκε την απόλαυση της για να μου δώσει εμένα το τελευταίο ροδάκινο του καλαθιού. Δεν είναι καταπληκτική;»

Πέρασαν ορισμένα χρόνια και – ποιος ξέρει γιατί;- ο έρωτας και το πάθος έσβησαν από την καρδιά του βασιλιά. Καθόταν μαζί με έναν στενό του φίλο και έλεγε:
« Ποτέ δεν φέρθηκε σαν βασίλισσα. Μια φορά μάλιστα, παράκουσε την διαταγή μου να μην χρησιμοποιήσει τη βασιλική άμαξα, και θυμάμαι μια μέρα που μου έδωσε να φάω ένα δαγκωμένο φρούτο.»

« Η πραγματικότητα είναι πάντα η ίδια. Κι είναι αυτό που είναι, Ντέμιαν. Ωστόσο, όπως στο παραμύθι, ο άνθρωπος μπορεί να ερμηνεύσει μια κατάσταση με τον έναν τρόπο ή με τον ακριβώς αντίθετο.

«Πρόσεχε τι αντιλαμβάνεσαι» έλεγε ο Μπάντουιν, ο σοφός.»

ΑΝ Ο,ΤΙ ΒΛΕΠΕΙΣ ΤΑΙΡΙΑΖΕΙ «ΓΑΝΤΙ»
ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ
ΠΟΥ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΣΕ ΒΟΛΕΥΕΙ…

…ΤΟΤΕ ΜΗΝ ΠΙΣΤΕΥΕΙΣ ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ!


Χ. Μπουκάι