Πέμπτη 26 Ιανουαρίου 2012

Είναι η αυγή του έρωτα μας...



“ Ό,τι κίνηση κι αν κάνεις, κάθε ανάσα σου, σε νιώθω, είναι η αυγή του έρωτα μας...” τραγουδάνε οι Depeche Mode. Ένα τραγούδι ακόμα που περιγράφει την συναισθηματική αλληλοεξάρτηση -το αλληλό στην καλύτερη περίπτωση-, ένα τραγούδι ακόμα που ο ερωτευμένος περιγράφει πως νιώθει. Ένα συναίσθημα που ενώ πολλές φορές μπορεί να βιώνεται ως μοναχικό και ατομικό, ακούγωντας Depeche mode και κλαίγοντας για μια ανεκπλήρωτη αγάπη-απάτη στο πάτωμα, είναι πέρα για πέρα αλληλεπιδραστικό και κοινωνικό. “Το να υπάρχεις, σημαίνει να υπάρχεις για κάποιον, και μέσω του άλλου για τον εαυτό σου. Δεν έχεις μία υπέρτατη εσωτερική περιοχή, είσαι ολόκληρος και πάντοτε στο μεταίχμιο. Κοιτάζοντας μέσα σου βλέπεις μέσα στα μάτια του άλλου ή με τα μάτια του άλλου.” σημειώνει ο Bakhtin και παρόλο που αυτή η παραδοχή αφορά κάθε άνθρώπινη παρουσία στην ζωή που μας επηρεάζει συναισθηματικά – αν και τελικά δεν υπάρχουν καν αδιάφορες παρουσίες, όλοι σε επηρεάζουν ακόμα και με το να αδιαφορείς για αυτούς- διάβάζοντας την φράση “μέσα στα μάτια του” βλέπεις τα μάτια αυτού που στάθηκε για πολύ η για λίγο δίπλα σου ως αντικείμενο πόθου, έρωτα, αγάπης, δεσμού.

Ας ξεκινήσουμε όμως με το πως ερωτεύεται κανείς. Σε μια προσπάθεια να εξηγηθεί λογικά το παράλογο -γιατί περι παράλογου πρόκειται όταν ξεροσταλίαζεις περιμένοντας μια ένδειξη αυτού του “αλληλό” που είπαμε πιο πάνω- κάποιοι ψυχολόγοι έχουν περιγράψει την διαδικάσία της αγάπης ώς εξής: αν ένα αντικείμενο έχει χαρακτηριστεί ως κατάλληλο και είναι παρόν τοτε το παρορμητικό συναίσθημα είναι η αγάπη, αν το αντικέιμενο κρίνεται ακατάλληλο και δεν είναι παρόν τότε το συναίσθημα διαμάχης είναι ο φόβος. Στην πραγματική ζωή ίσως τα πράγματα συμβαίνουν κάπως ανάποδα. Το αντικείμενο κρίνεται ως ακατάλληλο και για κάποιο λόγο είναι πανταχού παρόν, τον/την βλέπεις όπου πας και εμφανίζεται μπροστά σου σαν από μηχανής θεός- και είναι και θεός εδώ που τα λέμε-. Φυσικά όπως προβλέπεται το συναίσθημα διαμάχης που αναπτύσσεται είναι ο φόβος. “Φοβάμαι πως δεν μπορώ να το αντιμετωπίσω, κι αν μου μιλήσει τι θα πω;” σκέφτεσαι. Ο ερωτας λένε σε φέρνει πιο κοντά στους μεγαλύτερους σου φόβους και τυχαίνει για τον άνθρωπο αυτοί οι φόβοι να περιλαμβάνουν λίγο πολύ την απομυθοποίηση του εαυτού.

Ο εαυτός σου λοιπόν, που με τόσο κόπο έχεις οριοθετήσει – αν τα έχεις καταφέρει μέχρι τώρα- απειλείται από την οικουμενική “κατάρα” της συντροφικότητας. Στην Ιαπωνία, η λέξη αμαέ χρησιμοποιείται για να περιγράψει το απόλυτο συναίσθημα αλληλοεξάρτησης σε μια σχέση συμβίωσης και ανακούφισης στην απόλυτη αποδοχή που σου παρέχει ο άλλος. Αναφέρεται κυρίως για να περιγράψει σχέσης αγάπης μέσα στην οικογένεια αλλά είναι επίσης ένδειξη της αμοιβαίας εξάρτησης μεταξύ εραστών. Στην δική μας κοινωνία, έχω μια αίσθηση πως ενώ το ξέρουμε πως ο έρωτας και η αναζήτηση συντρόφου ορίζει σε μεγάλο βαθμό την ζωή μας, φοβόμαστε το αμαέ, γιατί κατά κάποιο τρόπο θεωρούμε ότι μας κρατάει δέσμιους σε μια συναισθηματική σχέση. Η δυτική κοινωνική επιταγή σε θέλει δυναμικό, ανεξάρτητο με πολλές εμπειρίες και ορθολογική σκέψη και αυτό φαίνεται να μην συμβαδίζει με την κατα πάσα πιθανότητα έμφυτη ανάγκη σου για αμαέ. Ακριβώς επειδή το “θερμό” συναίσθημα του έρωτα δεν μπορεί να περιορίστεί στις “ψυχρές” λογικές της αυτονόμίας, οι άνθρωποι ερωτεύονται και θα συνεχίσουν να το κάνουν. Ας πούμε λοιπόν πως φοβήθηκες αρκετά για την συναισθηματική σου αυτοκυριαρχία όμως σαν ζώον -που έισαι- ενέδωσες. Το αντικέιμενο κρίθηκε κατάλληλο και για κάποιον ανεξήγητο λόγο – είναι που δεν ξεδίπλωσες ακόμη το ταμπεραμέντο σου -έμεινε παρόν. Τώρα αγαπάς. Τώρα ό,τι κίνηση κι αν κάνει, κάθε ανάσα του, τον/την νιώθεις...

Όσο κι αν ο τρόπος που γνωριστήκατε , το πρώτο σας φιλί, τα πρώτα δάκρυα ξέρεις πως είναι φυσιολογικές και αναμενόμενες εκφράσεις του έρωτα όπως τον ζουν εκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσμο, για σένα είναι μοναδικά. Ακριβώς επειδή τα γεγονότα καταγράφονται στην μνήμη σου ως συγκινησιακά φορτισμένα, πάντα θα φέρουν μαζί τους την αίσθηση του ακούσιου και της προσήλωσης. Στοιχεία που κάνουν την αγάπη σου αυθεντική και μοναδική. Ακόμα κι αν ήταν να ξεχάσεις την γνωριμία σου με το αντικείμενο του έρωτα σου καθώς δεν ήταν μια ιδιαίτερα μοναδική ή συγκινησιακή εμπειρία θα βγει απο το ντουλάπι των αδιαφόρων εμπειριών όταν τον/την ερωτευτείς και θα πάρει διαστάσεις μαγικές. Δεν θα είναι πια ένα απόγευμα που περπατούσες και σκόνταψες. Αλλά ένα απόγευμα, που περπατούσες, σκόνταψες και άργησες να μπεις στο λεωφορείο, και εκεί γνώρισες τον έρωτα. Και φαντάσου τι θα γινόταν αν δεν σκόνταφτες;

Ήθελα απλώς να σιγουρευτώ ότι αξίζει. Να γράψω τι πιστεύω για να φτάσω σε αυτό που νιώθω. Το κάνω κι εγώ, το κάνουμε και όλοι. Προσεγγίζουμε πράγματα που δεν αναλύονται, ούτε κατανοούνται με αποτέλεσμα ενώ θέλαμε να δώσουμε μια απάντηση να εγείρονται περισσότερες ερωτήσεις. Γι αυτό δεν υπάρχει κάτι ωστέ να καταλήξω σ' αυτό. Έτσι απλά, τεχνοκρατικά και συναισθηματικά μόνο θα σου πω. Αν βρεις το κατάλληλο αντικείμενο και είναι και παρόν μην το φοβηθείς και αγάπα το.

Πέμπτη 5 Ιανουαρίου 2012

Δεν πληρώνω τέλος.

διαβάζεται καλύτερα ακούγοντας αυτό


Τέλος. Τέλη. Πολλά μικρά κι ένα πελώριο ως εκεί που φτάνει το μάτι. Και δεν εννοώ τους φόρους. «Το τέλος»
Το τέλος της σχέσης μας και άρα το τέλος του κόσμου όπως τον ξέραμε, σαν τη προφητεία των Μάγια, ξέρω ‘γω. Της μέρας μας όπως την ξέραμε. Της γλυκιάς ρουτίνας. Όπως την ξέραμε!
Σαν να είναι το μέσα του ανθρώπου μια πλαστελίνη, που μπορεί το συναίσθημα δίχως χέρια, να πλάσει σε σχήματα ποικιλοτρόπως. Κι όταν φτάνει το πλήρωμα του Χρόνου, που μόνο αυτός γνωρίζει πότε στ’ αλήθεια έρχεται, γίνεται η πλαστελίνη ξανά μια άμορφη σκληρή μάζα, άχρωμη. Αυτό το χρώμα που βγαίνει όταν αναμιγνύεις διάφορες αποχρώσεις. Ίσως ένα αδιάφορο μουσταρδί ή ένα ψυχρό γκρίζο.
Είναι σκληρή σαν πέτρα η μάζα, γιατί έμεινε καιρό σχηματισμένη κάπως… σπιτάκι, καρδούλα, δεντράκι, αστέρι. Ξεράθηκε και τώρα θέλει ζέσταμα για να μαλακώσει. Να την κρατάς σφιχτά στα χέρια σου και να ασκείς μεθοδικά δύναμη, ώσπου να γίνει ζυμάρι. Ξεράθηκε το μέσα μας. Το δικό μου στα σίγουρα.

Και είναι τόσο αστείο αυτό που κάναμε τόσο καιρό με τα μικρά τέλη. Ανόητες αναποφάσιστες αποφάσεις που οδηγούν μαθηματικά στην φθορά και δεν σ’ αφήνουν να απολαύσεις ότι έχεις, να κάνεις αφαίμαξη. Τώρα το καταλαβαίνω καλύτερα, γιατί το πελώριο τέλος δεν σε ρωτάει και δεν προειδοποιεί. Σαν την ύπουλη ηρεμία που επικρατεί πριν από μια καταιγίδα.
Όταν καταφτάνει το τανκ για να ισοπεδώσει, είναι πολύ αργά για επιχείρηση σωτηρίας. Η Απόφαση μετουσιώνεται σε οδηγό του πολεμικού οχήματος και το μόρφωμα της σχέσης γίνεται χαλκομανία στην άσφαλτο. Μια αηδία που την λυπάσαι.

Τρίτη 27 Δεκεμβρίου 2011

Τέλος δεν υπάρχει εδώ

Πόσο παράξενο είναι τελικά που συμφωνήσαμε όλοι μαζί να γιορτάζουμε ό,τι μας πονάει περισσότερο;
Το τέλος. Το τέλος του χρόνου-μάθαμε να το λέμε πρωτοχρονιά-, το τέλος του 21 έτους της ζωής- μάθαμε να το λέμε γενέθλια-. Κι είναι γιατί κάτι πρέπει να σε κρατάει σε κίνηση, να σου δίνει ελπίδα να συνεχίσεις, υπενθυμίζοντας σου πάντα όμως ότι κάθε τέλος πάει με μία αρχή, κάθε θάνατος με μία ζωή. Είναι δύο αντιτιθέμενες δυνάμεις, που όπως έχεις διαβάσει κι αλλού, κάνουν την γη να έχει νόημα και την ζωή να γυρίζει- και όχι το αντίθετο-.

Έλα τώρα αφού ξέρεις την αλήθεια... όλα γίνονται για να πουλάει τσουρέκια ο Τερκενλής και να ανεβαίνουν οι κιλοβατώρες της Δεή. Δεν με νοιάζει για τα φωτάκια στα μπαλκόνια και το αντιαισθητικό σκηνικό το ανέχομαι...όλα για ενα τσουρέκι με λευκή σοκολάτα και κάστανο, που το βλέπω στα όνειρα μου εδώ και μία βδομάδα και που προσπάθησα να το αποκτήσω ήδη 2 φορές. Και μπήκα και τις δυο φορές μέσα, και είδα μια ατελείωτη ουρά ανθρώπων που μου φάνηκαν ηλίθιοι καταναλωτές χριστουγεννιάτικης μαλακίας αλλά ήταν απλά άνθρωποι που λιγουρέυτηκαν ένα τσουρέκι με λευκή σοκολάτα και το έβλεπαν στα όνειρα τους την προηγούμενη εβδομάδα. Και τι κέρδισα; Μου λές; Ακόμη το βλέπω στα όνειρα μου.

Δευτέρα 14 Νοεμβρίου 2011

Oδηγίες προς γήινους ανασφαλείς και άπειρους ναυτιλλομένους (;)

διαβάζεται καλύτερα ακούγοντας αυτό


“...απλά πρέπει να βρεις μια φορά τον δρόμο για τα σύμβολα...” μου είπε. Και με άφησε με την απορία. Τι κάνω λάθος; Πού το χάνω;

Είναι πολλά, πάρα πολλά αυτά που θα ‘θελα να πω. Τα λέω. Έστω τα μισά και έστω έμμεσα ή στα λάθος άτομα. Πόσες φορές δεν επαναλαμβάνομαι στους φίλους. Και ανάθεμα αν λέω αυτά που πραγματικά σκέφτομαι. Τα φοβάμαι. Δε θέλω να τα πω, γιατί θα αποκτήσουν υπόσταση. Θα γίνουν τέρατα ψηλά, γεμάτα παράλογη λογική και θα με μαλώσουν. Και μετά θα με φάνε και θα φάνε και όσα με κόπο έχω προσπαθήσει έστω, να ανακαλύψω.
Ένας κόμπος στο λαιμό είναι και ώρες ώρες λες και ξεχνάω να πάρω ανάσα. Το αντιλαμβάνομαι όταν κάποια στιγμή το στήθος μου αδειάζει και ζητά μια τεράστια δόση για να έρθει στα καλά του. Πονάει αυτή η ανάσα. Όσο με λυτρώνει, τόσο με πονάει. Και είναι το βράδυ, λίγο πριν κοιμηθώ που τρέμουν τα χείλη και τα μάτια δακρύζουν στο μαξιλάρι από τον πόνο.

Δε μου φτάνει το μπλα μπλα. Δε μου δίνει απαντήσεις, ούτε το φορτίο μου σηκώνει. Μερικές φορές το κάνει και ασήκωτο. Αλλά το έχω ανάγκη, γιατί δεν έχω βρει ακόμη το δρόμο μου για τα σύμβολα. Όλο χάνομαι, ηθελημένα ή μη. Ηθελημένα. Φοβάμαι. Φοβάμαι όσα θα αντικρίσω. Ελαττώματα και σφάλματα. Λάθος κρίσεις και αδιέξοδα.
Να με αντιμετωπίσω; Χωρίς τη μάσκα μου; Δεν ξέρω αν μπορώ. Αν είμαι έτοιμη ακόμη. Για τον εαυτό μου δεν ξέρω. Και την κρίση τους τη φοβάμαι. Εγώ με ξέρω. Οι άλλοι όμως; Ποια είναι αυτή που ξέρουν; Και αν δεν είναι αυτή που αγαπούν; Αν δεν είναι αυτή που της χαμογελούν; Αν δεν είναι αυτή που θέλουν πλάι τους; Αν αυτή δεν είναι ούτε γλυκιά, ούτε καλή, ούτε, ούτε, ούτε όλα αυτά; Και τρομάζω και γυρνώ πίσω. Να μη τον βρω αυτόν το δρόμο.

Χαμένη. Σα τη χαμένη τριγυρνάω. Γι’ αυτό τριγυρνάω. Και το τέλος δε το ξέρω να το γράψω. Με πίκρα μένω στα χείλη. Και συνεχίζω σα χαμένη. Και συλλέγω οδηγίες προς γήινους ανασφαλείς και άπειρους ναυτιλλομένους...

written by the ipanema girl

Τρίτη 8 Νοεμβρίου 2011

Για πόσο; Για τόσο.

Θα ‘θελες να είσαι περισσότερο ανεξάρτητος, λίγο πιο ευκατάστατος, μεγαλύτερος ηλικιακά, να μπορείς να είσαι μαζί της. Να στέκεσαι στα πόδια σου. 
Κι εκείνη, θα θελες να αποφασίζει για τον εαυτό της, να είναι τα βήματα της σταθερά κι αποφασιστικά προς το μέρος σου. Μισό δρόμο αυτή, μισό εσύ, για να συναντηθείτε. 

Προσπαθώντας να μην πέσεις σε παράλογους συνειρμούς, παραδέχεσαι στον μικρό ανθρωπάκο που εδρεύει στο κεφάλι σου, ότι όσο θεριεμένα κι αν είναι τα αγριόχορτα, μπορείς πάντα μεθοδευμένα να ανοίξεις δρομάκι καθαρίζοντας τα. Το μονοπάτι σου. Ξεριζώνεις μερικά, κι ακόμα κι αν δεν έχεις μηχάνημα, τα χέρια δεν σε προδίδουν. Ποτέ δεν μπορείς να προφυλαχτείς όμως, από τις εδαφικές ανωμαλίες και ειδικά από τα φίδια. Απρόβλεπτα αδιέξοδα.

Έχεις φυσικά, κι ένα δυνατό χαρτί. Παντοτινά δικό σου και αναφαίρετο. Η αξιοθαύμαστη νοητική ικανότητα και δυνατότητα να βιώνεις την αγάπη σου διαμεσολαβητικά, να φαντάζεσαι και να φαντασιώνεσαι. Σε φέρνω με τον νου να ξαπλώνεις πλάι μου στο ίδιο μαξιλάρι, κάθε βράδυ. Σε κοιτώ και με κοιτάς ώσπου να μας πάρει ο ύπνος. Τροφή της ψυχής.
Για πόσο;
Για τόσο. 


Αν μπορούσαμε με έναν μαγικό τρόπο να παγώσουμε τον πόθο, την αγάπη κι ότι μας ενώνει. Θα μπορούσαμε λες, να τα ζωντανέψουμε όταν πλέον θα είμαστε λίγο πιο «αυτοδιοικούμενοι»; Για να έχει η αποφασιστικότητα μας αντίκρισμα και να μην κοπανιέται σε τοίχους με ζωγραφισμένες πόρτες. Τοίχος είναι και η πόρτα. Πέτρα. Ας μην απατόμαστε.

Έπειτα κατακλύζεσαι από φόβο μήπως και στο μέλλον αλλάξεις, ίσως κι εκείνη. Το «μαζί» να είναι πια ανέφικτο, να φαντάζει ακατόρθωτο, καθώς εσείς δεν θα είστε πια εσείς, όσο κι αν μοιάζετε. Κάποιοι κάποτε ταιριαστοί εαυτοί, σήμερα αλλαγμένοι. Ο χρόνος χαράζει ρυτίδες στο πρόσωπο και άλλες τόσες στα έσω. Χάνεσαι στην υποθετική σκέψη, ωστόσο σου κάνει καλό, γιατί εκτιμάς το παρόν σου. Ναι, έστω κι αυτό το πληγωμένο «τώρα», το μισό, το αδειανό, που ευχαριστιέται μόνο μέσα από την διαμεσολάβηση φαντασιακών εικόνων και ονείρων. Έτσι αγαλλιάζουν αυτές οι ψυχές. Αποδέξου το γιατί είναι το μόνο που έχεις.

written by maria antouanetta

Τετάρτη 2 Νοεμβρίου 2011

Οι άνθρωποι δεν πεθαίνουν το πρωί

Σαν χθες ήταν που με ρώτησες πόσο χρονών είμαι και χαιρόμουν να σου λέω πως είμαι 18. Και σήμερα, όχι πως δεν χαίρομαι να σου λέω, δεν χαίρομαι να συνειδητοποιώ πως δεν έφτασα εκεί που ήθελα. Γαμώτο, και νόμιζα κάποτε πως ήξερα που μπορεί να βρίσκεται αυτο το “κάπου”. Δεν θέλω να πιστέψω πως ο λόγος που αισθάνομαι τον κόσμο να προχωράει κι εμένα να μένω πίσω είναι απλά η τεμπελιά μου όσο έντεχνα κι αν προσπαθεί η μαμά μου να με πείσει γι αυτό. Τι περιμένεις να σου πω; Ότι ο κόσμος είναι σκληρός, κι εγώ πολύ απροσάρμοστη; Είναι κι αυτό αλλά είναι σιγουρα κι άλλα. Θα θελά να είμαι σαν αυτούς τους ανθρώπους που ξέρουν τι θέλουν απο αυτήν την ζωή. Και όχι απλά το ξέρουν, ξέρουν και πως να το έχουν. Γιατί εγώ κάθε φορά που βάζω ξυπνητήρι στις 7.30 το κλείνω με περισσή ευχαρίστηση και γυρνάω πλευρό.

Κι έρχεται μια στιγμή που είσαι εσύ και το υπαρξιακό σου κενό. Και φοβασαι. Φοβάσαι πως καποια στιγμή αυτο το κενό θα σε ρουφήξει και εσύ δεν θα προλάβεις να φωνάξεις, “ Έζησα!”. Έλα χαλάρωσε δεν θα πεθάνεις ακόμα! Πρώτον είσαι νέα και δεύτερον είναι πρωί. Ο κόσμος δεν πεθαίνει το πρωι (;). Κι όμως πάντα είχα αυτή την παράξενη αίσθηση πως οι άνθρωποι δεν πεθαίνουν το πρωί.Το πρώι, τρώνε πρωινό, πηγαίνουν στην δουλειά τους, αν είναι καλοκαίρι πάνε και στην θάλασσα αλλά πάντως δεν πεθαίνουν.

Τώρα που τα σκέφτομαι ξανά, μαλλον είχα την αίσθηση πως οι ανθρωποι δεν πεθαίνουν καν. Πέρα από την γνώση του θανάτου είναι και άλλες γνώσεις που σου διαφεύγουν μέχρι μια ηλικία. Και επέτρεψε μου να πιστεύω πως είναι κάποιες που δεν θα τις έδινες πίσω για κανέναν λόγο.

Πέρα λοιπόν απο το πρώτο -ή και πρωινό- υπαρξιακό σου κενό υπάρχει η γνώση. Μεγάλωσες πια και υποτίθεται πως ξέρεις, πως δεν θα κάνεις τα ίδια λάθη. Στο 'χουν πει τόσες φορες πως όταν πάθεις θα μάθεις. Τα τινά είναι δύο. 'Η δεν αφήνεσαι να πάθεις, ή δεν αφήνεσαι να μάθεις. Επέτρεψε μου την μυστηριώδη ανάδυση συμπερασμάτων, βαρέθηκα τα απλά και κατανοητά.

Τετάρτη 31 Αυγούστου 2011

Το χέρι που σε ταΐζει, δεν το δαγκώνεις

Ξέρεις τι δουλειά κάνω;
Είμαι πασπαρτού, σε μια επιχείρηση στολισμών για γάμους και βαφτίσεις. Άσσος ρε παιδί μου. Επιτελώ μέγιστο έργο καλύπτοντας όλες τις πιθανές θέσεις εργασίας και συμφέρω γιατί κοστίζω ελάχιστα. Είμαι wash & go, σαμπουάν και μαλακτικό μαζί. Θα κουβαλήσω κούτες, θα τις φορτώσω στο όχημα, θα στήσω τα γιορτινά σκηνικά, θα στολίσω, θα συμμαζέψω. Θα κοπώ από καμιά γυάλα που σπάει γιατί είναι τοποθετημένη ακατάλληλα στον χώρο. Τρόμαξες; Ρε το φτύνω λίγο και είναι οκ. Ύστερα θα στοιβαχτώ στο μικρό φορτηγάκι με μερικά βαριά γυαλικά στην αγγάλη μου. Κάτι στα πόδια, κάτι στα χέρια, κάτι στο κεφάλι.
Αφού φτάσουμε σχεδόν αβλαβής στον ναό, θα φορέσουμε την μάσκα του ευτυχισμένου εργάτη που νιώθει ρίγη ικανοποίησης για την στιγμή που δημιουργεί. Στο μυστήριο, θα σερβίρω χυμούς και λικεράκια, θα μοιράσω μπομπονιέρες και ζαχαρωτά, θα αλλάξω τις φόρμες μου εν τάχει, με μακρύ γυαλιστερό και λαμπυρίζον φόρεμα, ούτως ώστε να δώσω την εντύπωση της παρανύμφου ή κατά περίπτωση της νεράιδας.
Γελάς; Σου δίνω το ελεύθερο μεταξύ μας. Μέσα στο γυαλιστερό φόρεμα κρύβεται ένα κορμί που ζέχνει, γεμάτο γδαρσίματα από το κουβάλημα, ατάιστο για ώρες και υδρωμένο από την υπερπροσπάθεια.
Τρέχω αρπάζω την πούδρα, παφ..παφ! Αφήνω το μαλλί να πέσει ανέμελο και προσπαθώ να μην δείχνω την αίσθηση αηδίας που μου δημιουργείται καθώς κολλάνε οι τρίχες στην υγρή μου πλάτη. Παφ..παφ! Όμόρφυνά;
Νύφες και γαμπροί, παρανυφάκια, συμπέθεροι, κουμπάροι, φίλοι από τα παλιά, άγνωστοι τριτοτέταρτοι συγγενείς που ήρθαν να φάνε.
Χειροκροτάω. Χαμογελώ και κάνω νάζι. Ανήκω στο ντεκόρ. Κάνω νεύμα στην κολλητή μου - συνάδελφος ότι πείνασα. Ντυμένη κι αυτή Αφροδίτη της Μήλου χαρίζει χαμόγελα και σκέρτσα πανταχόθεν.
Όταν το τζέρτζελο λήξει, τρέχοντας θα πάω στο πίσω μέρος της εκκλησίας να φορέσω και πάλι τις φόρμες μου.
Ναι, θα ξεγυμνωθώ πίσω από τον ιερό ναό. Έχει πλάκα αυτό, με ιντριγκάρει.
Έπειτα ,στο ίδιο έργο θεατές, με μηχανικές κινήσεις, θα μαζέψουμε τα απομεινάρια της πιο ευτυχισμένης στιγμής ενός ζεύγους. Φόρτωμα, δρόμος του γυρισμού και επανατοποθέτηση στην αποθήκη της απελπισίας - με ταχύτατους ρυθμούς γιατί το χρονόμετρο κυλάει και το αφεντικό πληρώνει -
Βέβαια, είμαστε ανεξάρτητοι υπάλληλοι εμείς, free-lancers. Έφαγα προχτές μια καρέκλα στο κεφάλι, από μια στοίβα παιδικά ξύλινα καρεκλάκια που δεν ήταν καλά στηριγμένη. Ε, αυτό δεν πέρασε με φτύσιμο, πόνεσα.
Φέτος που λες, κρίση. Υπεστήκαμε μείωση αποδοχών. Μας έκανε τα 6, 5. Το παράδοξο είναι η φράση που ξεστόμισε το boss τώρα τελευταία, «Καλύτερα πάει η δουλειά φέτος, δόξα τον Θεό».
- Θεός αν είναι, κι αν μ’ αγαπάει κανείς.. σιγοτραγουδώ σιωπηρά.
Αλλά δεν θέλω να φανώ καχύποπτη, το χέρι που σε ταΐζει δεν το δαγκώνεις. Έτσι δεν λένε; Φαίνεται θα ακρίβυναν τα κουφέτα και κόβει από μας.