Πέμπτη, 5 Δεκεμβρίου 2013

Ανάβαση στο Αλδεβαράν



Πάντα του άνοιγε διάλογο με τα αντικείμενα που δεν τον υπάκουαν, και τα έβριζε, ας είχε διαβάσει πως αυτό είναι τεκμήριο βλακείας, κατά τον Σάρτρ , όμως δεν φοβόταν, 
ήξερε πως είναι έξυπνος.

 ***

Κάθε του γυναίκα την περνούσε από μια δοκιμαστική περίοδο δεκαπέντε είκοσι ημερών, αν ταίριαζαν στο κρεβάτι. Αν δεν ταίριαζαν ερρύθμιζε ο ίδιος να απομακρυνθεί ή να την εξωθήσει, πολιτισμένα πάντα, να απομακρυνθεί εκείνη (....). Τώρα άνθιζε στα τριάντα έξι (τριάντα τέσσερα ήταν αλλά έλεγε και πίστευε τριάντα έξι, έτσι, να ξορκίσει την ηλικία και έτσι τα χρόνια να καθυστερούν να τον πλησιάζουν, ψηλός, έχεις τις υγιέστερες και ωραιότερες οδοντοστοιχίες απ' όλους τους πελάτες μου, και με αναπνοή εκ φύσεως καθαρή και ευώδη, του θύμιζε μόνιμα ο οδοντογιατρός του, του πήγαινε για εξέταση προληπτικά κάθε δίμηνο, τα δόντια ήταν το πρώτο που φρόντιζε να ελέγξει σε κάθε νέα ερωτική του γνωριμία.

***

Η θάλασσα του άρεσε όταν ήταν παιδί, τώρα έχει γίνει συνοικιακό κοσμικό γεγονός, προπαντός το καλοκαίρι την έχουν κάνει κατοχή οι φτωχομπινέδες κοσμικοί. Την ακρογιαλιά την έχουν βαφτίσει “πλάζ”. Σαν ναυαγοί τριτοκοσμικοί, θυμίζει φεστιβάλ ζητιάνων, αλλοδαπών ζητιάνων μάλιστα. Ταλαίπωρες μαμάδες σε απεγνωσμένες διακοπές, μπουγαδιάζουν μωρά στο κύμα,
 σε θάλασσα που ο Ερμής την αισθάνεται ιδιοκτησία του, δική του.
-Όχι δηλαδή Μύρτο λογάριασε: δύο χιλιάδες κυράδες ίσον τέσσερις χιλιάδες αμασχάλες-αποφεύγω να σκεφτώ τι άλλο ξεπλένουν. Και όταν μία με μαγιό στέκει μαρμαρωμένη από μαγεία, ίσαμε τη μέση στο νερό και ατενίζει ρομαντικά το μέλλον, δεν ατενίζει, Μύρτο: κατουράει. Και συ ο μαλάκας κολυμπάς παραπλεύρως και κάνεις γαργάρα τα τουριστικά νερά.

***

Οι φωτογραφίες είναι θάνατος, τον καθηλώνουν τον άλλο σε μια στάση, τον καταδικάζεις, του λες, να, έτσι θέλω να μείνεις, στην αιωνιότητα, ουσιαστικά τον λησμονάς. Γιατί η μνήμη σου εσένα τον ξέρει σε κίνηση, του λες δεν σε παραδέχομαι εγώ έτσι με την ψυχή σου βαλσαμωμένη, την αγάπη που μου είχες, 
το μίσος που μου είχες, δεν σε δέχομαι εγώ σαν χαζό ηρώον.
Εγώ, Ερμή, από τον αγαπητό μου απαιτώ να κινείται...να τον θυμάμαι ξεκούμπωτον και να κατουράει χαμογελαστός σε φράχτη από εκδρομή μας εφηβική σε εξοχή αυτό. Αν σου πεθάνει άνθρωπος ή σκύλος – σκύλος κυρίως εμένα- και τον κρεμάσεις κάδρο στον τοίχο, τον έχασες.

***

Τη χάιδευε, τη μάλαζε απαλά, αποκοιμισμένη, και ταυτόχρονα ένας πειρασμός τον παρακινούσε να την διώξει, να την πετάξει από το κρεβάτι. Τη φαντάστηκε για ένα άστραμμα στιγμής με νυφικό πέπλο έξω από την εκκλησία, μετά την φαντάστηκε διαμελισμένη, με το νυφικό πάντα, από αυτοκίνητο είτε από αλλοδαπούς δολοφόνους, όμως έσβησε, εξόρισε αυτές τις σκέψεις που επέμεναν να γίνουν εικόνα, χάιδεψε τώρα απαλότερα τη Μυρτώ, βυθισμένη στον ύπνο των ικανοποιημένων ανθρώπων, υπέροχη, ολόγυμνη ( οι προηγούμενες όλες ζητούσαν να ρίξουν κάτι απάνω τους “μετά”) κολλημένη στην αγκαλιά του σαν ψήφος εμπιστοσύνης, υποσχόμενη ισόβιες χαρές και χάρες και συνενοχές, τρυφερά και, εξ αιτίας όλων αυτών, επίφοβη, σαν ελλοχεύουσα φυλακή.

***

Με το άγγιγμα να σου λέω (αλλά δεν θέλεις να ακούσεις) να λέω ναι, αυτό είναι αιωνιότης, όποτε θέλει ας αφανιστεί το ανθρώπινο γένος, άμα θα κοιμάμαι με την πλάτη μου κολλημένη στην κοιλιά σου και συ να ξέρεις ότι ευτυχώ- όμως δεν θέλεις. Δεν ξέρεις; Δεν μου δείχνεις. Δεν μου λές. Σ' εσένα, τι λες; Ώρες ώρες με πιάνει φόβος ότι ποτέ δεν θα γίνουν αυτά, κανένα, δεν έχεις ειδοποιηθεί ότι θα σβήσει το ανθρώπινο είδος, δεν ξέρεις ότι αυτό, οι δυο μαζί αποκοιμισμένοι μαζί, δίχως άγκυρα εμείς, δεν ξέρεις πως αυτό είναι αθανασία – γιατί να μας απασχολούν οι θεοί, ποιος τους έδωσε το πληρεξούσιο, εγώ, θέλω μόνο εγώ να βασανίσω τη ζωή σου (εγώ ίσον το σώμα μου), να γίνω εγώ σκοπός σου για να ευτυχείς και οι δυο να ευτυχήσουμε. Να ευτυχούμε. Και όταν κοιμάμαι, εσύ να έχεις αποκοιμηθεί πλάι μου, το χέρι σου τρυφερό μέσα από το ρούχο μου, να μου χαϊδεύεις το σώμα αλλά να μην το ξέρεις. Ανάβαση στο Αλδεβαράν. Η αφή, απαραίτητη όσο και η ανάσα για να μην πεθάνεις. Να μην πεθάνω. Τότε μπορείς να ζεις και δίχως την ανάσα, μόνο με την αφή. Βγάζει ανάσα το δέρμα σου, τη μυρίζω αντί για εισπνοή. Η αφή, το άγγιγμα, είναι θεός. Ο Θεός.


* Αλδεβαράν ονόμαζαν οι Άραβες τον αστέρα α του αστερισμού του Ταύρου, ενώ η αρχαία ονομασία αυτού από τους Έλληνες ήταν "νότιος σταθμός του Ταύρου".

* Αποσπάσματα από το μυθιστόρημα του Π. Μάτεσι "Αλδεβαράν"