Πέμπτη, 5 Δεκεμβρίου 2013

Ανάβαση στο Αλδεβαράν



Πάντα του άνοιγε διάλογο με τα αντικείμενα που δεν τον υπάκουαν, και τα έβριζε, ας είχε διαβάσει πως αυτό είναι τεκμήριο βλακείας, κατά τον Σάρτρ , όμως δεν φοβόταν, 
ήξερε πως είναι έξυπνος.

 ***

Κάθε του γυναίκα την περνούσε από μια δοκιμαστική περίοδο δεκαπέντε είκοσι ημερών, αν ταίριαζαν στο κρεβάτι. Αν δεν ταίριαζαν ερρύθμιζε ο ίδιος να απομακρυνθεί ή να την εξωθήσει, πολιτισμένα πάντα, να απομακρυνθεί εκείνη (....). Τώρα άνθιζε στα τριάντα έξι (τριάντα τέσσερα ήταν αλλά έλεγε και πίστευε τριάντα έξι, έτσι, να ξορκίσει την ηλικία και έτσι τα χρόνια να καθυστερούν να τον πλησιάζουν, ψηλός, έχεις τις υγιέστερες και ωραιότερες οδοντοστοιχίες απ' όλους τους πελάτες μου, και με αναπνοή εκ φύσεως καθαρή και ευώδη, του θύμιζε μόνιμα ο οδοντογιατρός του, του πήγαινε για εξέταση προληπτικά κάθε δίμηνο, τα δόντια ήταν το πρώτο που φρόντιζε να ελέγξει σε κάθε νέα ερωτική του γνωριμία.

***

Η θάλασσα του άρεσε όταν ήταν παιδί, τώρα έχει γίνει συνοικιακό κοσμικό γεγονός, προπαντός το καλοκαίρι την έχουν κάνει κατοχή οι φτωχομπινέδες κοσμικοί. Την ακρογιαλιά την έχουν βαφτίσει “πλάζ”. Σαν ναυαγοί τριτοκοσμικοί, θυμίζει φεστιβάλ ζητιάνων, αλλοδαπών ζητιάνων μάλιστα. Ταλαίπωρες μαμάδες σε απεγνωσμένες διακοπές, μπουγαδιάζουν μωρά στο κύμα,
 σε θάλασσα που ο Ερμής την αισθάνεται ιδιοκτησία του, δική του.
-Όχι δηλαδή Μύρτο λογάριασε: δύο χιλιάδες κυράδες ίσον τέσσερις χιλιάδες αμασχάλες-αποφεύγω να σκεφτώ τι άλλο ξεπλένουν. Και όταν μία με μαγιό στέκει μαρμαρωμένη από μαγεία, ίσαμε τη μέση στο νερό και ατενίζει ρομαντικά το μέλλον, δεν ατενίζει, Μύρτο: κατουράει. Και συ ο μαλάκας κολυμπάς παραπλεύρως και κάνεις γαργάρα τα τουριστικά νερά.

***

Οι φωτογραφίες είναι θάνατος, τον καθηλώνουν τον άλλο σε μια στάση, τον καταδικάζεις, του λες, να, έτσι θέλω να μείνεις, στην αιωνιότητα, ουσιαστικά τον λησμονάς. Γιατί η μνήμη σου εσένα τον ξέρει σε κίνηση, του λες δεν σε παραδέχομαι εγώ έτσι με την ψυχή σου βαλσαμωμένη, την αγάπη που μου είχες, 
το μίσος που μου είχες, δεν σε δέχομαι εγώ σαν χαζό ηρώον.
Εγώ, Ερμή, από τον αγαπητό μου απαιτώ να κινείται...να τον θυμάμαι ξεκούμπωτον και να κατουράει χαμογελαστός σε φράχτη από εκδρομή μας εφηβική σε εξοχή αυτό. Αν σου πεθάνει άνθρωπος ή σκύλος – σκύλος κυρίως εμένα- και τον κρεμάσεις κάδρο στον τοίχο, τον έχασες.

***

Τη χάιδευε, τη μάλαζε απαλά, αποκοιμισμένη, και ταυτόχρονα ένας πειρασμός τον παρακινούσε να την διώξει, να την πετάξει από το κρεβάτι. Τη φαντάστηκε για ένα άστραμμα στιγμής με νυφικό πέπλο έξω από την εκκλησία, μετά την φαντάστηκε διαμελισμένη, με το νυφικό πάντα, από αυτοκίνητο είτε από αλλοδαπούς δολοφόνους, όμως έσβησε, εξόρισε αυτές τις σκέψεις που επέμεναν να γίνουν εικόνα, χάιδεψε τώρα απαλότερα τη Μυρτώ, βυθισμένη στον ύπνο των ικανοποιημένων ανθρώπων, υπέροχη, ολόγυμνη ( οι προηγούμενες όλες ζητούσαν να ρίξουν κάτι απάνω τους “μετά”) κολλημένη στην αγκαλιά του σαν ψήφος εμπιστοσύνης, υποσχόμενη ισόβιες χαρές και χάρες και συνενοχές, τρυφερά και, εξ αιτίας όλων αυτών, επίφοβη, σαν ελλοχεύουσα φυλακή.

***

Με το άγγιγμα να σου λέω (αλλά δεν θέλεις να ακούσεις) να λέω ναι, αυτό είναι αιωνιότης, όποτε θέλει ας αφανιστεί το ανθρώπινο γένος, άμα θα κοιμάμαι με την πλάτη μου κολλημένη στην κοιλιά σου και συ να ξέρεις ότι ευτυχώ- όμως δεν θέλεις. Δεν ξέρεις; Δεν μου δείχνεις. Δεν μου λές. Σ' εσένα, τι λες; Ώρες ώρες με πιάνει φόβος ότι ποτέ δεν θα γίνουν αυτά, κανένα, δεν έχεις ειδοποιηθεί ότι θα σβήσει το ανθρώπινο είδος, δεν ξέρεις ότι αυτό, οι δυο μαζί αποκοιμισμένοι μαζί, δίχως άγκυρα εμείς, δεν ξέρεις πως αυτό είναι αθανασία – γιατί να μας απασχολούν οι θεοί, ποιος τους έδωσε το πληρεξούσιο, εγώ, θέλω μόνο εγώ να βασανίσω τη ζωή σου (εγώ ίσον το σώμα μου), να γίνω εγώ σκοπός σου για να ευτυχείς και οι δυο να ευτυχήσουμε. Να ευτυχούμε. Και όταν κοιμάμαι, εσύ να έχεις αποκοιμηθεί πλάι μου, το χέρι σου τρυφερό μέσα από το ρούχο μου, να μου χαϊδεύεις το σώμα αλλά να μην το ξέρεις. Ανάβαση στο Αλδεβαράν. Η αφή, απαραίτητη όσο και η ανάσα για να μην πεθάνεις. Να μην πεθάνω. Τότε μπορείς να ζεις και δίχως την ανάσα, μόνο με την αφή. Βγάζει ανάσα το δέρμα σου, τη μυρίζω αντί για εισπνοή. Η αφή, το άγγιγμα, είναι θεός. Ο Θεός.


* Αλδεβαράν ονόμαζαν οι Άραβες τον αστέρα α του αστερισμού του Ταύρου, ενώ η αρχαία ονομασία αυτού από τους Έλληνες ήταν "νότιος σταθμός του Ταύρου".

* Αποσπάσματα από το μυθιστόρημα του Π. Μάτεσι "Αλδεβαράν"

Παρασκευή, 29 Νοεμβρίου 2013

Οξύ-μωρο


Το πιο σημαντικό! Ο σφιχτός κορσές από το φαρμακείο που φόρεσα από την πρώτη στιγμή και για ένα μήνα (ρωτήστε τον γυναίκολογο σας). Με αυτό τον τρόπο ξεπρηζόταν σιγά-σιγά η κοιλιά μου... Άσε που με τον κορσέ η εικόνα ξεγελούσε λιγουλάκι. Πάντως μεγάλη αλλαγή παρατήρησα μετά το χρόνο."

Τάδε έφη γνωστή παρουσιάστρια σε κείμενο της σχετικά με το "πως χάνουμε τα κιλά της εγκυμοσύνης" γιατί λέει, πολλές την ρωτάνε. Ε καλά, όντως, καίει το θέμα.
Στην αρχή σου το ξεκαθαρίζει να το ξέρεις "πιστεύω πως καμία γυναίκα δεν πρέπει να αγχώνεται για το πώς θα τα χάσει. Είναι τα ωραιότερα κιλά της ζωής μας", λέει.
Οπότε εσύ που διαβάζεις αγχωμένη το άρθρο της καλύτερα κλείσε το pc και πάνε φάε ένα κιλό παγωτό (Α! Αν είσαι έγκυος, θα είναι ένα από τα ωραιότερα της ζωής σου – αν δεν είσαι θα κλαίς αύριο που δεν εναρμονίζεσαι με τα πρότυπα που αναπαράγει η τηλεόραση).
Σου εξηγεί η Φ. 1.έκανα αυτό 2.έτρωγα σωστά 3. γυμναστική και μπάμ. Ρουφιέσαι. 
Στο 4 λυπάσαι την γυναίκα, την κάθε τελοσπάντων, αυτή που διαφημίζει το pretty bra, αυτή που σε ρωτάει σε διαφήμιση αδυνατιστικού ροφήματος αν την θυμάσαι πως ήταν πριν λες και είναι η γειτόνισσα, αυτή που ρουφιέται από μόνη της, αυτή που σφίγγεται μέσα στον κορσέ.
Μα κορσές;
Η Φ σου λέει πρέπει να αγαπάς το σώμα σου. Αλλά σφίξε λίγο τον κορσέ γιατί "τα ωραιότερα κιλά της ζωής σου" περισσεύουν και στην τελική "και γω ήθελα να ξαναφόρεσω το αγαπημένο μου σορτς" . Να αγαπάω εγώ το σώμα μου, να το αγαπούν και οι άλλοι να μην με λένε τοφάλα (άσχετα που ήμουν έγκυος) και όλα καλά.

Το οξύ-μωρο μέσα σου.


Τρίτη, 1 Οκτωβρίου 2013

Επί πτωμάτων

από την juliette

Με αφορμή τα γεγονότα του Σεπτεμβρίου είπα και εγώ να εκφράσω τις ανησυχίες μου.
Από μικρά παιδιά μαθαίνουμε για ήρωες που θυσιάστηκαν για τον συνοριακά οριοθετημένο ετούτο τόπο που λέγεται Ελλάδα, ήρωες όπως ο Κολοκοτρώνης, ο Μάρκος Μπότσαρης για κάποια Μαρία από την Σπάρτη και έναν Ορέστη από το Βόλο και πολλοί άλλοι που έδωσαν ψυχή και σώμα και κατέληξαν στο χώμα για να αλλάξει το εκάστοτε πολιτικό σκηνικό της χώρας. Ακολούθησαν και άλλοι που δεν μας τους έμαθαν στα μαθητικά τα χρόνια, τους μάθαμε στους δρόμους και στο ίντερνετ ( το αναγκαίο κακό της τεχνολογικής εξέλιξης), μάθαμε που λέτε για τον Γρηγόρη Λαμπράκη, τον Σωτήρη Πέτρουλα, τον Μιχάλη Καλτεζά και τον Νίκο Τεμπονέρα, όλοι δολοφονημένοι από το ίδιο το κράτος και το παρακράτος. Τα χρόνια κύλησαν όπως και το αίμα στο πεζοδρόμιο. Από το 2008 μετράμε νεκρούς ,ο Αλέξης , ο Νίκος, ο Θανάσης και ο Παύλος. Παρακολουθούμε από τις οθόνες του λάπτοπ μας την αδικία αμέτοχοι μέχρι να γίνει το ΜΠΑΜ, ένας ακόμη δολοφονημένος από μπάτσους και ακροδεξιούς (το ίδιο μου κάνουν και οι δυο) και εκεί που ζούσαμε το μικροαστικό μας όνειρο, ξεσπάμε. Πηγαίνουμε στις κηδείες , μιλάμε για αυτούς σαν να ήταν ο σύντροφός μας και αδερφός μας ,γεμίζουμε μίσος και ο καθένας οργανώνει την Αντί-δράση του μέχρι να κοπάσει. Οι ημερομηνίες θανάτου θα μαρκαριστούν στα ημερολόγια μας και κάθε χρόνο τέτοια μέρα θα ξεχυνόμαστε στους δρόμους. 
Η ανησυχία μου είναι η εξής:
Γιατί πρέπει να θρηνήσουμε κάποιον σε κάποιο πεζοδρόμιο κάποιας γειτονιάς για να αντιδράσουμε; Τι μας κρατά σε καταστολή και δεν έχουμε λυσσάξει να ανατρέψουμε τον κρατικό μηχανισμό; Γιατί ψάχνουμε ήρωες για να ταυτιστούμε μαζί τους και δεν αναλαμβάνουμε μόνοι μας τις ευθύνες μας; Έλα ντε! Από θεωρητικές φιλοσοφίες άκουσα πολλά, πράξεις αποζητώ και όχι να βαυκαλιζόμαστε μεταξύ μας. Καλό μήνα.


Τετάρτη, 4 Σεπτεμβρίου 2013

Walking in the sand

Σεπτέμβριος. Συνήθως περιλαμβάνει έναν αποχωρισμό. Μικρό, μεγάλο, σημαντικό,ασήμαντο προσωρινό ή μόνιμο. Θα δείξει.

Αυτό που θα σου λείψει μάλλον μπήκε στην ζωή σου εκεί που δεν το περίμενες, σαν το τραγούδι των Shangri Las. Τι είχε να σου πει εσένα ένα τραγούδι που μιλάει για έναν εφηβικό μελοδραματικό αποχωρισμό τραγουδισμένο από αμερικάνικό ποπ κοριτσίστικο συγκρότημα των 60s; Δεν θυμάσαι καν πότε άρχισε να σου αρέσει.



Seems like the other day
My baby went away
He went away 'cross the sea
It's been two years or so
Since I saw my baby go
And then this letter came for me
It said that we were through
He found somebody new
Oh, let me think, let me think, what can I do?


Άρχισε να σε εκπλήσσει, να σε τρομάζει ο τρόπος που το έβλεπες να αλλάζει...




Ίσως όταν άκουσες την Amy να μπερδεύει τους στίχους λιγάκι στο ρεφρέν του Back to Black, σκέφτηκες "πάλι τα λόγια της χάνει, ας είναι, την αγαπώ", όμως η Amy, ήξερε πολύ καλά τι έκανε. Όπως κι εσύ. Ήξερες.



Remember
Walking in the sand
Walkin' hand in hand
The night was so exciting
Smile was so inviting
Then he touched my cheek
With his fingertips
Softly, softly we'd meet with our lips


Την πρώτη φορά που το άκουσες λοιπόν, ήταν ξένο, δεν ταίριαζε στ' αυτιά σου, δεν ήταν για σένα αυτός ο ήχος. Πίστευες πως δεν θα καταφέρεις ποτέ να βρεις τον τρόπο, να το κάνεις δικό σου. Βρήκε αυτό τον τρόπο όμως. Κι έγινε δικό σου. Ας είναι καλά η Hollie Cook που το μαγείρεψε ανάλογα.




Όσες φορές όμως κι αν το άκουσες από την Hollie. Όσο καλά κι αν το μαγείρεψε. Σου καθόταν πολύ ελαφρύ. Έπρεπε να το κάνει πιο καυτερό. Έπρεπε η γεύση, να μην είναι απλώς καλή, έπρεπε να είναι κάτι που δοκίμασες και δεν θα ξεχάσεις ποτέ την αίσθηση στο στόμα σου. Κι έτσι, συγνώμη Hollie, αλλά η Imelda, μαγειρεύει καλύτερα -κι ας μου κατσε λίγο βαρύ-.





Τρίτη, 16 Ιουλίου 2013

Καρδιά μεταξωτό κρεμμύδι


Τώρα, που ψιλοκόβεις το κρεμμύδι και ετοιμάζεις το ριζότο σου είναι μια ευκαιρία να κλάψεις για όλα οσα σε πληγώνουν. Εσύ, που πάντα είσαι δυνατός και ντρέπεσαι να δείξεις πως πονάς, τώρα μπορείς...

Τα δάκρυα σου θα είναι δάκρυα μεταξωτά, χωρίς ενοχές, χωρίς ντροπή, δάκρυα συγκίνησης από κυριακάτικη ταινία στην τηλεόραση, δάκρυα χαράς από άφιξη αγαπημένου προσώπου, δάκρυα προστασίας. Δεν θα καταλάβει κανείς πως κλαις γιατί πονάς, πως κάτι σου λείπει. Τα δάκρυα σου θα έχουν την αξιοπρέπεια κάποιου που έχει την δύναμη να ψιλοκόψει το κρεμμύδι στο ριζότο του. Όχι, αυτά τα δάκρυα δεν είναι καν δικά σου. Κανείς δεν πρέπει να ξέρει.

Η καρδιά σου βρήκε μια στιγμή να σπάσει σε μικρά κομματάκια όπως το κρεμμύδι που ξεφλουδίζεις.
Φαίνεται σκληρό, κι όλες τις άμυνες του τις έχει υψωμένες - το κρεμμύδι-. Μα δεν χρειάζεται προσπάθεια... το κόβεις μία φορά στη μέση κι αυτό γίνεται χίλια κομμάτια.

Πέμπτη, 11 Ιουλίου 2013

Zero to jacked in 9 seconds

"Zero to jacket in 9 seconds", υπερμέγεθες το φανελάκι, διπλό έξτρα λαρτζ, και με κοιτάζει τούτος χωρίς στιγμή να με κοιτάει, καθαρίζοντας ξεδιάντροπα με πώρωση την μύτη.
Όρθιος στέκεται στον χώρο του μπαρ, κι εγώ εδώ είμαι, δηλαδή, απέναντί του, αλλά κάθομαι. Βρήκα θέση, γιατί κράτησε η Μαρία τη βαλίτσα μου έξω, έτρεξα και πρόλαβα να μπω στο βαγόνι του κυλικείου, μετά το 3 και πριν το 4. 

Έπειτα μπήκε η Μαρία,
μου άφησε το βαρίδι κι έφυγε.
Κανονικές θέσεις δεν είχε, γεμάτο το τρένο για Θεσσαλονίκη Κυριακή βράδυ, αλλά μη νομίζεις, ότι αν κλείσεις στα όρθια μειώνεται η τιμή. Πρόβλημά σου.

Ο “zero to jacked” είναι το θέμα μου τώρα.
Θα ‘λεγες εκ πρώτης «Κρίμα τον έρμο, άβολο ταξίδι με τόση ορθοστασία», εύσωμος βλέπεις ο κύριος, zero ευελιξία, αλλά εγώ κοίταξα καλά γύρω και εντόπισα καρέκλα κενή.
Θα γινόταν, αν το ήθελε, ο τέταρτος συνταξιδιώτης ανάμεσα σε άλλους τρεις που μοιράζονταν το 2ο τραπέζι δεξιά του διαδρόμου, όπως το βλέπω εγώ. Δίπλα σε έναν νεαρό μαύρο, που έχει γείρει ήδη από την Οινόη στο παράθυρο και αφέθηκε σε ύπνο βαθύ, έναν Πακιστανό με βυσσινί μοκασίνια που παρακολουθεί αφηρημένος την κινητικότητα μιας οικογένειας σε μπροστινό τραπέζι -λες και παρακολουθεί βαρετό επεισόδιο αμερικάνικης σειράς- και μια αλλόκοτη γριά στα κίτρινα, που κάθε τόσο ξυπνάει και βρίζει τα άγια και την πουτάνα τη ζωή. Τώρα κοιμάται, βέβαια κι αυτή.

Αλλά ο “jacked” προτιμά την στάση παλούκι, με έναν φραπέ στο χέρι, και εγώ αγωνιώ και στοιχηματίζω μόνη μου πόσο θα αντέξει, έτσι αγέρωχος και συνεπής στην βαριά του πέτσα. Έχω μετρήσει ήδη, εκτός του καφέ, μια σπράιτ κι ένα τόστ σπιτικό τυλιγμένο σε αλουμινόχαρτο, κι ακόμα είναι 12 και 25. Στις 6 φτάνουμε.

3 και μισή. Η θέση στο πολυπολιτισμικό τραπέζι παραμένει άδεια, ο ελεγκτής των εισιτηρίων μπάστακας, μας μαλώνει, γιατί παραπονιούνται λέει, οι επιβάτες με θέση, ότι έχουμε κάνει κατάληψη στο μπαρ και δεν μπορούν να απολαύσουν το φαγητό τους, ο Πακιστανός ακούμπησε κεφάλι πάνω στο τραπέζι και ροχαλίζει, κι ο jacked βρήκε άλλη καρέκλα από έναν τύπο, που κατέβηκε στο Δομοκό.
maria antouanetta




photos : http://jlmaria.tumblr.com/

Δευτέρα, 8 Ιουλίου 2013

Απο-φασιστικότητα

Είναι μια απόφαση, που αρκεί απλώς να την πάρεις και να αρχίσεις να μισείς τους πάντες. Κάποιος πιο φροϋδικός θα σου πεί ότι σου συνέβη γιατί δεν αγαπήθηκες αρκετά. Που ίσως είναι μια αισιόδοξη προσέγγιση καθώς σημαίνει πως υπάρχουν περιθώρια να αλλάξεις. Ίσως αν αγαπηθείς.

Όχι, δεν μισούν μόνο οι φασίστες, θα ήταν ανόητο και άδικο να τους χαρίσουμε αποκλειστικό δικαίωμα το μίσος. Γιατί σε έναν κόσμο γεμάτο αντιθέσεις αρκεί κάποια στιγμή να μισήσεις για να καταλάβεις πως είναι να αγαπάς. Αρκεί μια φορά να αδικηθείς για να αισθανθείς τα όρια της δικαιοσύνης.








 

Τρίτη, 30 Απριλίου 2013

μιλκ - σέικ

Φτάνει με τους καφέδες κάθε πρωί, από δω και πέρα θα φτιάχνουμε μιλκ-σέικ! Θέλει λίγη δουλειά παραπάνω αλλά το αποτέλεσμα σε ανταμοίβει! Για πάμε...




Αρχικά βάζουμε στο μπλέντερ 7-8 μικρά παγάκια

Προσθέτουμε ό,τι φρούτο μας αρέσει ή τελοσπάντων ό,τι υπάρχει στο σπίτι... εγώ μπανάνα βρήκα, μπανάνα έβαλα!


Βάζουμε μισό ποτήρι φρέσκο γάλα -αν είναι να το πίνετε κάθε μέρα προτιμήστε 1,5% λιπαρά-, και δύο μεζούρες σοκολάτα σε σκόνη - και κακάο να βάλετε πάλι μια χαρά θα βγει-


Ανακατεύουμε στο δυνατό, για να αφρίσει το γάλα και να γίνει πηχτό το μιλκ σέικ!


 Κι έτοιμο. Ρούφα τώρα.


Σάββατο, 27 Απριλίου 2013

Current Obsession : Alicia Keys



















Πέμπτη, 14 Φεβρουαρίου 2013

Μια τον βρίσκω, δυό τον χάνω



Συμμαζεύτηκα σήμερα και ξύπνησα μαζί με τον κόσμο. Μαζί με τον κόσμο που κοιμάται νωρίς, ξυπνάει νωρίς και πετάει τα σκουπίδια του κάθε μέρα με ευλάβεια - η μεγάλη σακούλα στον μπλέ κάδο, η μικρή με τις πορτοκαλόφλουδες στον πράσινο-.

Ξεκίνησα για να βρώ την θάλασσα...δηλαδή σκέφτηκα, μιας που ξύπνησες πάνε κάπου που στις 8 το πρωί δεν έχεις πάει ποτέ και πήγα.
Περπατώντας ξέχασα για λίγο τον προορισμό και αφέθηκα στους εκ των έξω ερεθισμούς σαν τυφλός που ψάχνει φώς...Σαν κάποιος που έχει καιρό να παρατηρήσει την φυσιολογικότητα της πρωινής καθημερινότητας.

Ο κύριος eurobank, που με το κοστούμι του κάθε πρωί σταματάει το γυαλισμένο αμάξι του κάτω από το διαμέρισμα της μητέρας του. Δένει την σακούλα με τα τάπερ στο σχοινί...εκείνη το τραβάει ενόσω σκέφτεται με τι θα τα γεμίσει πάλι. Ο κύριος eurobank θα περάσει το μεσημέρι γυρνώντας από την δουλειά και το σχοινί θα κατεβάσει γεμάτα ταπεράκια με ζεστό φαγητό ελληνίδας μάνας.

Τα παιδιά που πηγαίνουν σχολείο. Πάντα περπατούν αντίθετα από' μένα...κι είναι σαν να έρχονται σχεδόν κατά πάνω μου, κι είναι σαν να πρέπει να λογοδοτήσω για τον προορισμό μου. Όχι, δεν πάω σχολείο, δυστυχώς. Πάω να βρω την θάλασσα.

Τα κορίτσια του Βασιλόπουλου, με την σιδερωμένη στολή τους, ακουμπούν στα καρότσια που άλλοτε θα γεμίσουν και άλλοτε θα αδειάσουν και κάνουν το πρωινό τους τσιγάρο.

Πετυχαίνω την ώρα που τα μαγαζιά ανοίγουν.Ο υπάλληλος της Miele, κάθεται στο γκισέ με σβησμένα τα φώτα και σβησμένα τα μάτια. Τα φώτα ανοίγουν και τα μάτια αναγκάζονται.

Ο ανθοπώλης! Περιμένει αυτή την ημέρα όλο τον χρόνο, σοβαρά! Να τον έβλεπες με το βυσσινί του το σακάκι, την κόκκινη γραβάτα του και ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά να στολίζει την βιτρίνα του Βαλεντίνου! Δηλαδή ήταν σαν να ξύπνησε το πρωί και είπε σήμερα θα ντυθώ...έεερωτας!

Κι ένα σωρό κόσμος που βγάζει τον σκύλο του, πρωινή βόλτα!
Είναι από τις στιγμές που σκέφτεσαι...χαλάλι να μου κατουρήσει τα χαλιά και τις φλοκάτες... αρκεί να τον έχω μαζί μου το πρωί, να πηγαίνουμε στο πάρκο, να φοράω το κόκκινο το φουσκωτό μου το μπουφάν. Τα χέρια μου παγώνουν αλλά πιάνω τα κουκουνάρια και του τα πετάω με όλη μου την δύναμη. Κι αυτός χαρούμενος τρέχει να τα πιάσει και πιστός όπως πάντα μου τα φέρνει ξανά.

Περνάω τα στενά κι έχω φτάσει σχεδόν στη Μαρτίου. Η θάλασσα είναι εκεί, την βλέπω σε κάθε στενό να με βάζει στον πειρασμό να στρίψω και να πλησιάσω. Αυτός ο κόσμος με έχει κουράσει και τον έχω κουράσει κι εγώ... Τον προτιμώ συνήθως τα βράδια που κοιμάται και τον αποφεύγω τα πρωινά που κορνάρει στην Όλγας. Σήμερα όμως οι κόρνες ακούγονται σαν εφέ στο τραγούδι των fundracar.

Κι εκεί που περπατάω, παρατηρώντας την μικρή επανάσταση μερικών μαθητών που θα περάσουν το φανάρι με κόκκινο... βρίσκω ταβάνι. Ταβάνι χαμηλό που μου κρύβει τον ουρανό κι αν ήμουν λίγους πόντους ψηλότερη θα μου έκρυβε και το κεφάλι.
Σ' αυτόν τον κόσμο ποτέ δεν ξέρεις πότε θα βρεθεί ένα ταβάνι να σου κρύψει τον ουρανό και να σε φέρει λίγο πιο κοντά στην πιθανότητα να χτυπήσεις. Να πονέσεις...να κάνεις καρούμπαλο βρε αδερφέ.

Σκέφτομαι, "ένα ακόμη τραγούδι και θα στρίψω". Ωραίο και το ταξίδι αλλά δεν πρέπει να ξεχάσω τον προορισμό. Όταν λέω "ξεκίνησα να βρω την θάλασσα" εννοώ προφανώς αυτή την μπαζωμένη υποψία θάλασσας στην νέα παραλία. Ο "κόσμος" είναι πάλι εδώ, με τα αντιανεμικά του, τα ποδήλατα, τα σκουφιά, τα γάντια. Η ώρα είναι σχεδόν 8.30, ο αέρας κρύος και αλμυρός, βάζω την κουκούλα μου και περπατάω πιο γρήγορα. Με αγχώνουν αυτοί που τρέχουν. Μου την βγαίνουν από δεξιά, τους βλέπω να με πλησιάζουν, να ιδρώνουν, να μετράνε τα βήματα και τα λεπτά... πάντα σε αναλογία τα δύο τελευταία.

Εγώ έχω στόχο το Μέγαρο. Θέλω να φτάσω εκεί που τελειώνει η ανάπλαση. Και θα φτάσω εκεί με βήμα αργό... άντε και λίγο πιο γρήγορο όταν η θερμοκρασία πέφτει επικίνδυνα...
Την θάλασσα την βρήκα, έστω αυτή την μπαζωμένη.


Τετάρτη, 23 Ιανουαρίου 2013

I want to fly away