Πέμπτη, 7 Ιουνίου 2012

Ό,τι δεν μπορείς να νιώσεις, δεν μπορείς ούτε και να το θεραπεύσεις






Η ιστορία της Ilse Gold

H Ilse ξεκινά την ιστορία της μιλώντας για το πως αισθάνθηκε και τι βίωσε μετά το εξιτήριο της από το “τρελοκομείο”. Περιγράφει την κατάσταση της ως μη ξεκάθαρη με έντονη ανησυχία και τονίζει ιδιαίτερα πόσο καθοριστικό ρόλο παίζει σε αυτή την φάση η παρουσία της αδερφής της, Γκέρτα στην ζωή της. Την κατηγορεί για τον εγκλεισμό της στο ψυχιατρείο, για την παρεμβατικότητα της στην ζωή της και την ασταμάτητη επιτήρηση της. 

Η Ilse μετά το εξιτήριο έπρεπε να συνεχίσει να παίρνει νευροληπτικά φάρμακα ( Haldol), γεγονός που της δημιουργούσε ιδιαίτερη δυσφορία λόγω των παρενεργειών. Περιγράφει ότι σε εκείνη την φάση, η αδερφή της και ο ψυχίατρος την προειδοποίησαν με αυστηρότητα πως δεν πρέπει να διανοείται καν να κόψει τα φάρμακα και πως κάτι τέτοιο θα ήταν ιδιαίτερα επικίνδυνο. Εκείνη όμως έβλεπε τις έντονες παρενέργειες που είχαν τα φάρμακα στην καθημερινότητα της. Ήταν ιδιαίτερα ανήσυχη, εμφάνιζε έντονη εφίδρωση, βλέποντας τηλεόραση δεν μπορούσε να καθίσει με ησυχία στην πολυθρόνα της, έπρεπε να αλλάζει συνεχώς την στάση του κορμιού της όπως λέει χαρακτηριστικά, για να βολευτεί. Στο πρώτο ραντεβού με τον ψυχίατρο, πήγε χωρίς την αδερφή της, πράγμα που την έκανε να αισθανθεί αυτονομία και άνεση, όπως αναφέρει. Ωστόσο, την συγκεκριμένη εμπειρία την περιγράφει μάλλον ως μια κακή εμπειρία, καθώς ο ψυχίατρος κ. Νίντερλέντερ αγνοούσε τα περισσότερα από αυτά που έλεγε εκείνη και θεωρούσε σημαντικά. Ο κ. Νιντερλέντερ στο συγκεκριμένο ραντεβού της προτείνει να ξεκινήσει τις σταγόνες αντί για τα χάπια και της αφήνει μια προοπτική μείωσης της δόσης, πράγμα που για εκείνη αυτομάτως, όπως λέει, σημαίνει πως σε λίγο καιρό δεν θα παίρνει τα χάπια. Τα πράγματα όμως φαίνεται πως δεν ήταν ακριβώς έτσι. Λόγω του ότι στην διάρκεια πρόσληψης του νέου φαρμάκου (Sigaperidol) αντιμετώπισε έντονα προβλήματα στον ύπνο, όπως λέει χαρακτηριστικά “ήταν βασανιστικό να παραμένει ήρεμα ξαπλωμένη όπως πρωτύτερα ήταν βασανιστικό να παραμένει ήρεμα καθισμένη”, πήρε για πρώτη φορά απόφαση να μειώνει από μόνη της την δόση.

 Όταν στο επόμενο ραντεβού, η Ilse μιλά στον ψυχίατρο της για τα προβλήματα της, το τρέμουλο κλπ και περιμένει από μόνος του να προτείνει την μείωση της δόσης όπως σε προηγούμενο ραντεβού της είχε πει, εκείνος είναι ιδιαίτερα αρνητικός. Όπως περιγράφει η Ilse, o κ. Νίντερλέντερ την διέκοψε με απροσδόκητη οργή σχεδόν υποτιμώντας την δυνατότητα της να καταλάβει “τις επιστημονικές αυτές πληροφορίες”. Αυτή ήταν η στιγμή όπου η Ilse έχασε κάθε ίχνος σεβασμού προς το πρόσωπό του και αποφάσισε να μην του πει ποτέ ξανά κάτι προσωπικό της. Αυτό ήταν το τελευταίο ραντεβού της με τον κ. Νίντερλέντερ.Κλείνοντας την ιστορία της λέει χαρακτηριστικά : “Και πάλι κλαίω, γιατί δεν ξέρω τι με περιμένει, και γιατί φοβάμαι.”


Η ιστορία του Ulrich Lidner

Η ιστορία του Ulrich είναι η ιστορία ενός ανθρώπου που προσπάθησε μέσα από πολλά και διαφορετικά μονοπάτια να βρει την ίαση του από την ψυχική του ασθένεια. Πολλές φορές ακόμη κι αν ένα μονοπάτι υπόσχονταν την “απελευθέρωση” ο δρόμος ήταν δύσκολος ακόμη και αδιέξοδος. Ο ίδιος όμως μέσα από την πίστη του κυρίως στον εαυτό του δεν έχασε το κουράγιο του και συνέχισε να προσπαθεί παρ όλες τις δυσκολίες. Δυσκολεύτηκε αρκετά να κερδίσει αυτή την πίστη στον εαυτό του, γιατί ενώ ως βαθιά θρησκευόμενος έμαθε να αγαπά τους άλλους άργησε να συνειδητοποιήσει πως αυτό προϋποθέτει να αγαπάς τον εαυτό σου. Από μικρός έμαθε να πιστεύει και να αγαπά την Εκκλησία και τον Θεό καθώς οι γονείς του ήταν ένθερμοι χριστιανοί. Αυτή η βαθιά του πίστη πολλές φορές στάθηκε βοηθητική στην ψυχική του περιπέτεια ωστόσο άλλες φορές όπως αναφέρει , η αυτογνωσία και η προσωπική εξέλιξη ήταν έννοιες που δεν μπορούσε να συνδυάσει με την χριστιανική του ύπαρξη. Η ευσέβεια του κάποιες φορές υπήρξε διαφυγή από την αυτονομία.

Βαθιά ψυχικά τραύματα, όπως η αυτοκτονία του πατέρα του άλλα και προβλήματα στην καθημερινή ζωή τον οδήγησαν στην κατάθλιψη. Αναζήτησε βοήθεια σε γνώριμα μονοπάτια, σε κάποιους καθηγητές Θεολογίας στο Πανεπιστήμιο όμως όταν άκουγαν την ιστορία του οικογενειακού του φορτίου άρχιζαν τις ίδιες επιστημονικοφανείς συμβουλές, όπως αναφέρει. Άρχισε να πιστεύει πως μόνο ένα θαύμα, όπως αυτά του Ιησού θα μπορούσε να τον θεραπεύσει. Αναπάντεχα όμως εκείνο το διάστημα άρχισε να χάνει όλο και περισσότερο την διάθεση του για ζωή και την ενέργεια του. Μαζί χάθηκε και η πίστη του.Αναζήτησε θεραπεία σε ένα ευαγγελικό νοσοκομείο, όπου του χορηγούσαν όλο και περισσότερα ψυχοφάρμακα. Στην συνέχεια λόγω της περιοδικότητας της κατάστασης του διαγνώσθηκε με μανιοκατάθλιψη. 
“ Τα είχαμε καταφέρει όλοι μαζί! Οι θεολόγοι, ο ψυχίατρος και ο ασταθής νεαρός ενήλικος που ήμουν : ο χρόνιος ψυχιατρικός ασθενής είχε έρθει στον κόσμο, αλλά δυστυχώς εγώ δεν είχα βρει τον εαυτό μου.” γράφει. 

Μετά από δυο απόπειρες αυτοκτονίας και την συνειδητοποίηση πως η εκκλησία και η θεολογία τον είχαν καταστήσει ανίκανο να βοηθήσει τον εαυτό του, στράφηκε στον διαλογισμό και αποφάσισε να σταματήσει τα ψυχοφάρμακα. Στο μονοπάτι του διαλογισμού περιγράφει πως βίωσε κάποιες μεταφυσικές εμπειρίες που του έδωσαν εν μέρει κάποιες απαντήσεις αλλά κυρίως ελπίδα. Μέσα από αυτά τα οράματα,όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ήρθαν υπέροχες εμπειρίες αγάπης και μετάνοιας για τα λάθη του παρελθόντος. Ωστόσο η πραγματική ζωή, του επιφύλαξε άλλες δύο κρίσεις κατάθλιψής στην διάρκεια των οποίων κανένα από τα προηγούμενα στηρίγματά του δεν φάνηκε ικανό να τον βοηθήσει. Τότε ήταν που ο αδελφός του, έπαιξε τον καθοριστικό ρόλο και τον ενθάρρυνε να βγει από την αυτοκαταστροφή στην οποία βούλιαζε. 

Το τελευταίο μονοπάτι της ίασης, ο Ulrich το διένυσε τρέχοντας, κυριολεκτικά. Ξεκίνησε να κάνει τζόκινγκ και με μότο “Τρέχω για την ζωή μου” ανακάλυψε το νέο του αντικαταθλιπτικό “φάρμακο”. Μετά από 4 χρόνια τα είχε καταφέρει έχοντας μάθει να αποδέχεται τα όρια και τις αδυναμίες του. 


Το βιβλίο “Βγαίνοντας από τα ψυχοφάρμακα” αποτελεί ένα σύνολο διηγήσεων-εξομολογήσεων από ανθρώπους που βίωσαν σοβαρές ψυχιατρικές εμπειρίες και έδωσαν μάχη με διαφορετικών ειδών εξαρτήσεις. Καθένας τους τράβηξε τον δικό του δύσκολο, προσωπικό και επίπονο δρόμο. Στις ιστορίες που παρατίθενται υπάρχουν πολλές διαφορές όμως και πολλές ομοιότητες. Ίσως αξίζει κανείς να σταθεί σε αυτές τις ομοιότητες που θα μπορούσαν να αποτελέσουν στήριγμα στον αγώνα και άλλων ανθρώπων. Όλοι τους δίνουν ιδιαίτερη βαρύτητα στον τρόπο που κανείς πρέπει να προσεγγίσει την θεραπεία του, κυρίως μέσα από προσωπικές αποφάσεις, συνειδητοποίηση και αυτονομία. Φαίνεται πως κανείς δεν έχει να προτείνει έτοιμες λύσεις, αλλά όλοι τους χρησιμοποίησαν την ίδια την επίπονη διαδικασία που απαιτεί να βρεις τον δικό σου προσωπικό δρόμο. Όσο όμως κι αν η εξάρτηση είναι μια διαδικασία ατομική, όλες οι ιστορίες αναφέρουν ιδιαίτερα πόσο σημαντική στάθηκε την κρίσιμη στιγμή η ύπαρξη ενός υποστηρικτικού πλέγματος, από την οικογένεια, φίλους, ειδικούς και συμπάσχοντες. Τέλος, οι πρωταγωνιστές του βιβλίου φαίνεται πως συμφωνούν σε ακόμη ένα πράγμα, τα ψυχοφάρμακα είναι ο τρόπος να καλύψεις τα προβλήματα που σε οδήγησαν στην ψυχική αρρώστια. Αυτή η “τρέλα” είναι σχεδόν το κίνητρο να αλλάξεις την ζωή σου και να γίνεις ευτυχισμένος και τα φάρμακα το μόνο που καταφέρνουν είναι να σε κάνουν να χάσεις αυτό το κίνητρο.

* Παραθέτω ενδεικτικά και περιληπτικά δύο από τις ιστορίες που φιλοξενούνται στο βιβλίο:
 Βγαίνοντας από τα ψυχοφάρμακα
Εμπειρίες επιτυχημένης διακοπής νευροληπτικών, αντικαταθλιπτικών, λιθίου και άλλων ρυθμιστικών της διάθεσης, Ritalin και αγχολυτικών
Psychopharmaka absetzen: Erfolgreiches Absetzen von Neuroleptika, Antidepressiva, Phasenprophylaktika, Ritalin und Tranquilizern





Δεν υπάρχουν σχόλια: